Δευτέρα 19 Σεπτεμβρίου 2011

κάτι σαν αντίο ...ή παράκουγα



Μη ρωτάς γιατί κάθομαι τόσες ώρες σ’εκείνη την καρέκλα -είναι της μουσικής-
Έχει ένα απαλό μαξιλαράκι και καταπίνει κάθε δάκρυ κι αγκάθι αποχαιρετισμού

Το μεγαλύτερο επίτευγμα μου θα είναι να μην κλαίω στους αποχαιρετισμούς. Το μεγαλύτερο επίτευγμα μου θα είναι να μην απορρίπτω αυτά που μόλις είπα.


-----------


Μα εγώ δεν ήξερα σε ποια στάση ήθελα να κατέβω. Με βόλευαν κι οι δύο στάσεις. Αν υποθέσω μια γραμμή, ίσια γραμμή ανάμεσα στις δύο στάσεις, εσύ περίμενες ακριβώς στη μέση. Και δεν νομίζω πως μπορούσα να μπλέξω μαθηματικά και φυσική στη σκέψη μου να δω εάν θα με καθυστερήσει το ότι θα λεωφορείο θα πήγαινε μέχρι την επόμενη στάση, ενώ εγώ ήδη θα έσβηνα βήματα από τη γραμμή, τη νοητή γραμμή προς εσένα. Γι’αυτό κι έψαξα κάποιον με κόκκινη μπλούζα. Δε βρήκα. Βρήκα όμως κάποιον με έντονο πορτοκαλί στο φανελάκι του. Σκέφτηκα πως αν εκείνος κατέβει στην πρώτη στάση θα κατέβω εγώ στη δεύτερη. Μα στο δρόμο για τη δεύτερη στάση αναρωτήθηκα πως δεν ήθελα να κατέβουμε μαζί εκεί. Νομίζω ζούσα όλη την εμπειρία εκείνου από το βιβλίο “Το κορίτσι με τα πορτοκάλια”. Τελικά κατέβηκε στη δεύτερη και νομίζω είδα ένα σαρκασμό σ’ένα χαμόγελο που μου έριξε.
Κι εγώ δεν ξέρω, έφτασα με το λεωφορείο στο τέρμα του και το ακολούθησα και στο γυρισμό του για να κατέβω στην αρχική πρώτη στάση του. Κι έτρεξα αλλά εσύ είχες φύγει. Ίσως θα έπρεπε να προλάβεις κάποιο τρένο, κάποιο πλοίο, κάποιο αεροπλάνο. Κάποιος λόγος θα υπήρχε που είχες φύγει ή που δεν είχες έρθει ποτέ, ίσως.

Μόνο εκείνος με το έντονο πορτοκαλί στο φανελάκι του φαινόταν στο βάθος του δρόμου…





Πέμπτη 15 Σεπτεμβρίου 2011

ψίθυροι-


Μην τα φοβάσαι τα γνωστά κι άγνωστα “τα ξένα” που σ’ έστειλα

καρδιά μου



Μην φοβάσαι γιατί ο φόβος σου κι ο φόβος μου μαζί θα καταστρέψουν αυτήν τη μελωδία μας.

Μην φοβάσαι εσύ τίποτα και θα ξανάρθω..


-κρατάω τις υποσχέσεις μου πάντα εγώ-
 
 

Σάββατο 10 Σεπτεμβρίου 2011

..την ώρα που μάτωνα*


Πώς νιώθεις όταν..
ένας ναρκομανής, μόλις ένα μήνα έξω από τη φυλακή, ζητώντας σου 1 ευρώ να φάει στο δρόμο, παρακαλώντας σε..
Πώς νιώθεις όταν αυτός σου λέει πως σε βλέπει στενοχωρημένο;

Κι εσύ τσαλαπατάς την ψυχή μου
Κι εγώ περπατάω στους δρόμους
χαμένος
σαν αυτούς στις ταινίες
με χυμό πορτοκάλι
και ένα στριφτό τσιγάρο στο χέρι
φορώντας γυαλιά ηλίου 10 το βράδυ
-μη ρωτάς γιατί, ξέρεις-


Ακόμα δε βαρέθηκες εκείνο το ποτήρι που σου σερβίρουν; Σκούρο καφέ στον πάτο, τα ¾ συγκεκριμένα, και αφρός μπεζ το υπόλοιπο. Όπως κοιτάς ίσια το ποτήρι, πάνω. Εκτός κι αν καποιος σε αναποδογύρισε κι έχεις το κεφάλι στο πάτωμα, τότε ο αφρός είναι κάτω. Καφές το λένε. Ακόμα δε τον βαρέθηκες;


Αφίσες άτσαλες. - κόκκινες και μαύρες μόνο, για οικονομία -
Τσιγάρα.
Βράζουν τα ντεπόν στο νερό, στο ποτήρι.
Κι ο έξω κόσμος, απαράλλαχτος.




Κι ήρθες κι έφυγες την ώρα που μάτωνα..