Πέμπτη, 20 Οκτωβρίου 2011

rain instrument*


Η μουσική  μας γίνεται δάκρυ και το δάκρυ μας γίνεται βροχή. Από εκείνη τη βροχή που έρχεται στα μέσα της διαδρομής του λεωφορείου. Και σ’αρέσει να ακούς τις στάλες να χτυπάνε τα τζάμια - βρεγμένες αφίσες, χαρτιά, σκουπίδια, ομπρέλες σπασμένες, όλα τα προσπερνάς και περιμένεις τη στιγμή να κατέβεις. Ένα ξυράφι είναι η βροχή, ένα ξυράφι όλα στο πέρασμα. Στο χέρι η καινούργια σου ζακέτα, το νέο σου βιβλίο “εύκολες συνταγές για φοιτητές” μέσα σε τσάντα βιβλιοπωλείου και το βινύλιο που κουβαλάς πάντα μαζί σου να σου θυμίζει από πού έρχεσαι.
Κάποτε μου είπες πως το φθινόπωρο είναι θάνατος.
Κι εγώ σε είχα αντικρούσει με τόσα πιστοποιητικά ζωής.

Η μουσική, η δική σου, η μόνο δική σου μουσική, εκείνη που ακούς από τα ακουστικά στο δρόμο. Εκεί, σε κάθε αλλαγή τραγουδιών, σε κάθε σιωπή που έρχεσαι σε επαφή με το περιβάλλον. Ακούς τους ανθρώπους -ναι, για εκείνα τα κλάσματα δευτερολέπτου- να γκρινιάζουν για το κακό που μας έστειλε ο Θεός, τη μπόρα. Και το βιολοντσέλο μαζί με τον ήχο της βροχής συνεχίζει στα αυτιά σου να κελαηδεί. Πιστοποιητικό ζωής.

Και μετά τρέχεις και βρέχεσαι και πλατσουρίζεις. Νιώθεις στα πάνινα παπούτσια σου το νερό να ρέει. Και τρέχεις. Και γελάς. Και η ψυχή σου γεμίζει βροχή και ψιχάλα. Και τρέχεις. Και γελάς. Πιστοποιητικό ζωής.

Και εκεί που τρέχεις σου φωνάζουν γνωστοί “στάσου, πάρε μία ομπρέλα..”, “περίμενε να ηρεμήσει η βροχή” κι εσύ τους προσπερνάς. Κι αντί για σκόνη πίσω σου αφήνεις πιτσιλιές γεμάτες με την ελευθερία σου και τα χρώματά σου. Και νιώθεις, έστω και για τόσο μα τόσο λίγο, πως είσαι κάτι για τους άλλους, πως ίσως και να τους μαγεύεις. Πιστοποιητικό ζωής.

Κι όταν πλησιάζεις τον προορισμό σου, τότε η καταιγίδα σταματάει κι ένα ψιλοβρόχι με ένα μειδίαμα στη γλύκα του πέφτει στους ώμους σου, σαν ένας κλόουν που ειρωνικά και τρομαχτικά σου βγάζει τη γλώσσα. Πιστοποιητικό ζωής.






“Κ ι  ο ι  λ έ ξ ε ι ς  ε ί ν α ι  τ ό σ ο  α ρ α ι έ ς . .”

Σάββατο, 8 Οκτωβρίου 2011

ίσως να ξανάρθεις όταν θα έχω πια χαθεί..*



Και το ξημέρωμα με καρφώνεις με το βλέμμα σου, λες και νοσταλγείς. Αρχίζεις όμορφα και σιγανά, σχεδόν ψιθυριστά, να τραγουδάς. Ψιθυρίζεις τις νότες του Άσιμου.. “Έχω ένα παπάκι να μου κάνει πα, να μου κάνει πα, πα, πα..” Κι όταν σωπαίνεις εγώ συνεχίζω, συνεχίζω το τραγούδι σου γιατί θα είμαι πάντα εκεί να σε βοηθάω να βρεις τους στίχους του, τις νότες μας..  “Και ένα κουνελάκι που όλο μου κουνάει, που όλο μου κουνάει τ' αφτιά..”  

Μοιραία

ναι, μοιραία συναντιόμαστε στο ρεφραίν και αγνοούμε τα αυτοκίνητα που περνάνε ανενόχλητα ανάμεσά μας, τα κορναρίσματα, μόνο το διώροφο λεωφορείο μου κόβει την όψη σου αλλά με οδηγεί, μας οδηγεί η σιωπή της κιθάρας. Κι εγώ τότε σου ψιθυρίζω πως θέλω να πεθάνω πριν τελειώσει η μελωδία, μην τυχόν στο τέλος της εξαφανιστείς.


“ίσως να ξανάρθεις όταν θα έχω πια χαθεί.. κι ή θα μ’ έχουν θάψει ή θα έχω μαραθεί…”