Πέμπτη, 29 Σεπτεμβρίου 2011

λασπωμένα παπούτσια*

Βαλίτσες, τσιγάρα, εισιτήρια, σκουπίδια, περιστέρια ψάχνουν για σουσάμια, και δυο ζευγάρια μάτια που δακρύζουν στο μεγάλο αντίο. Τι λες; Σε 12 λεπτά αναχωρεί το τραίνο Θεσσαλονίκη-Αλεξανδρούπολη. Τι λες; Προλαβαίνουμε;



Ναι, χαζεύω το ξύλινο αλογάκι που μου έφερες δώρο το κρύο βράδυ του φθινοπώρου. Είναι σκαλιστό και μ’αρέσει να το κουρδίζω, να βγάζει αυτή την γλυκιά μελωδία. Ψάχνω το χρόνο να κλειστώ στο δωμάτιό μου να κάνω παρέα στο αλογάκι σου.

Άραγε από ποιο καρουζέλ να το έσκασε;




“Δεν θέλω να μπαίνω στις ψυχές των ανθρώπων
με λασπωμένα παπούτσια. Αν κάποιος
το κάνει σε εμένα εξαγριώνομαι..”

Τ.Τσανακλίδου






Κυριακή, 25 Σεπτεμβρίου 2011

Σκουριασμένες χορδές*


Εάν είσαι άνθρωπος της σιωπής, έξω στο δρόμο τα έντονα λαμπάκια σε ενοχλούν. Η ζάλη από την κάπνα σε ενοχλεί. Βγαίνεις βόλτες να πάρεις αέρα, να ηρεμήσεις, όμως η μοναξιά του νυχτόσπιτου, του κενού νυχτόσπιτου σε μαγνητίζει πίσω πάλι.


Αγγίζω και χαϊδεύω τα πλήκτρα του πιάνου με φόβο. Φοβάμαι μην σπάσουν οι σκουριασμένες χορδές του. Ωστόσο νιώθω πως αυτό το γλυκό πιάνο απόψε με συμπαθεί. Ίσως να με αγαπάει, και υψώνει το ανάστημά του μπροστά μου, με προκαλεί. Σκέφτομαι πως είναι 4 το ξημέρωμα. Οι από πάνω λείπουν στο εξοχικό, οι από κάτω φεύγουν από τις 3 για το φούρνο τους, να έχουν έτοιμα τα φρέσκα και ζεστά ψωμιά το πρωί. Όχι πως έχω σχέσεις μαζί τους και πως με νοιάζει εάν θα τους ξυπνήσω. Απλά ντρέπομαι να ακούνε το δικό μου Chopin. Ευτυχώς δεν έχουμε ασανσέρ, ευτυχώς δεν υπάρχει αυτή η αμηχανία του ασανσέρ.


Τόσες μελωδίες, τόσες αγκαλιές και τώρα είμαστε ξένοι. Ξένοι ξεκινήσαμε, ξένοι καταλήξαμε. Κι όσο λιγότερο το πάρω στα σοβαρά τόσο πιο εύκολα θα επιβιώσω.





[ δεν με πλήγωσε που έφυγες
με πλήγωσε που εγώ έφυγα ]


Δευτέρα, 19 Σεπτεμβρίου 2011

κάτι σαν αντίο ...ή παράκουγα



Μη ρωτάς γιατί κάθομαι τόσες ώρες σ’εκείνη την καρέκλα -είναι της μουσικής-
Έχει ένα απαλό μαξιλαράκι και καταπίνει κάθε δάκρυ κι αγκάθι αποχαιρετισμού

Το μεγαλύτερο επίτευγμα μου θα είναι να μην κλαίω στους αποχαιρετισμούς. Το μεγαλύτερο επίτευγμα μου θα είναι να μην απορρίπτω αυτά που μόλις είπα.


-----------


Μα εγώ δεν ήξερα σε ποια στάση ήθελα να κατέβω. Με βόλευαν κι οι δύο στάσεις. Αν υποθέσω μια γραμμή, ίσια γραμμή ανάμεσα στις δύο στάσεις, εσύ περίμενες ακριβώς στη μέση. Και δεν νομίζω πως μπορούσα να μπλέξω μαθηματικά και φυσική στη σκέψη μου να δω εάν θα με καθυστερήσει το ότι θα λεωφορείο θα πήγαινε μέχρι την επόμενη στάση, ενώ εγώ ήδη θα έσβηνα βήματα από τη γραμμή, τη νοητή γραμμή προς εσένα. Γι’αυτό κι έψαξα κάποιον με κόκκινη μπλούζα. Δε βρήκα. Βρήκα όμως κάποιον με έντονο πορτοκαλί στο φανελάκι του. Σκέφτηκα πως αν εκείνος κατέβει στην πρώτη στάση θα κατέβω εγώ στη δεύτερη. Μα στο δρόμο για τη δεύτερη στάση αναρωτήθηκα πως δεν ήθελα να κατέβουμε μαζί εκεί. Νομίζω ζούσα όλη την εμπειρία εκείνου από το βιβλίο “Το κορίτσι με τα πορτοκάλια”. Τελικά κατέβηκε στη δεύτερη και νομίζω είδα ένα σαρκασμό σ’ένα χαμόγελο που μου έριξε.
Κι εγώ δεν ξέρω, έφτασα με το λεωφορείο στο τέρμα του και το ακολούθησα και στο γυρισμό του για να κατέβω στην αρχική πρώτη στάση του. Κι έτρεξα αλλά εσύ είχες φύγει. Ίσως θα έπρεπε να προλάβεις κάποιο τρένο, κάποιο πλοίο, κάποιο αεροπλάνο. Κάποιος λόγος θα υπήρχε που είχες φύγει ή που δεν είχες έρθει ποτέ, ίσως.

Μόνο εκείνος με το έντονο πορτοκαλί στο φανελάκι του φαινόταν στο βάθος του δρόμου…





Πέμπτη, 15 Σεπτεμβρίου 2011

ψίθυροι-


Μην τα φοβάσαι τα γνωστά κι άγνωστα “τα ξένα” που σ’ έστειλα

καρδιά μου



Μην φοβάσαι γιατί ο φόβος σου κι ο φόβος μου μαζί θα καταστρέψουν αυτήν τη μελωδία μας.

Μην φοβάσαι εσύ τίποτα και θα ξανάρθω..


-κρατάω τις υποσχέσεις μου πάντα εγώ-