Σάββατο, 25 Ιουνίου 2011

Κλόουν*


Ο κόσμος είναι αδιάφορος.
Κλείνεται σε ένα κλουβί και αραδιάζει γύρω γύρω αισιόδοξα μηνύματα.
Κι εγώ σαν να οφείλω να είμαι εκεί να τα λάβω. Πάντα. Να μην λείπω.


Τα χρώματα του κόσμου είναι μουντά.
Φοράνε όλοι χρωματιστά ρούχα λες και θέλουν να συνυπάρξουν με το καλοκαίρι
γίνονται κλόουν και στους δρόμους ακούς ψεύτικα γέλια, επιτηδευμένα γέλια.
Αυτόν τον βαρύ γδούπο που κάνουν τα γέλια όταν τα πιέζουμε να βγούνε, αυτό τον ήχο τον σιχαίνομαι.


Η ψυχή του κόσμου είναι άδεια.
Άδεια.
Τη φουλάρουν με ψευτοκουλτουριάτικα βιβλία.
Γυρνάνε οι ψυχές όμως όλων γύρω μου, τις ακούω.


Μη μου πεις. Μην το σκεφτείς πως νομίζω τα ξέρω όλα.
Αφουγκράζομαι τις ψυχές, όλων.
Δεν ξέρω να επικοινωνώ μαζί τους, το γνωρίζω αυτό.
Αλλά τις αναγνωρίζω και τις καταλαβαίνω.



κι ό,τι κι αν μου λες για χρώματα και μουσικές
για όμορφα χρώματα και όμορφες μουσικές
εγώ σου λέω πως είναι ψεύτικα.


κι ό,τι κι αν μου λες για ανθρώπους και σχέσεις
για όμορφους ανθρώπους και όμορφες σχέσεις
εγώ σου λέω πως είναι ψεύτικα.


κι  ό,τι κι αν μου λες για τον εαυτό μου
για τον όμορφο εαυτό μου
εγώ σου λέω είναι ψεύτικα.


 γιατί
κατά βάθος
κοροϊδεύεις τα όμορφα χρώματα, τους όμορφους ανθρώπους, τους όμορφους ήχους, τους όμορφους εαυτούς, τους όμορφους κλόουν.


 Κλόουν.
Ο κόσμος είναι ένας τρομακτικός, ψεύτικος κλόουν.
(έχω δει πολλούς τέτοιους στις ταινίες)

Κι οι κλόουν δεν είναι αληθινοί. Όπως κι ο κόσμος.
Κι εσύ δεν είσαι αληθινός.
Κι ούτε εσύ είσαι αληθινή.

Κι ούτε εγώ είμαι αληθινή.

Τρίτη, 21 Ιουνίου 2011

δρόμοι*


Οι νότες σαν αποκτούν
αγάπη
ξεχύνονται στους δρόμους
με ζεστή την καρδιά τους
(ναι, θα επιμένω πάντα. Έχουν καρδιά. Και ψυχή. Μεγαλύτερη από τη δική σου και τη δική μου)


Οι νότες σαν αποκτούν
Γέλιο
Φοράνε τα αστεία τους ρούχα
Και χορεύουν
Και τα μαλλιά τους ανεμίζουν στον αέρα
(ναι, θα επιμένω πάντα. Έχουν μαλλιά. Και δείχνουν όμορφες πολλές φορές)


Οι νότες σαν αποκτούν
Βαρεμάρα
Σέρνονται ανάμεσα στα πόδια σου
Κι εσύ
Κι εγώ
Κι αυτός
Κι αυτή
Φοράμε την κόκκινη μύτη μας
Και τις διασκεδάζουμε
(ναι, θα επιμένω πάντα. Εμείς πολλές φορές τους δίνουμε νόημα)


Οι νότες σαν αποκτούν
Χρώμα
Γίνονται αρώματα
Που τριγυρίζουν στις μεγάλες πλατείες
Και τυλίγονται
Και σε μεθούν
Και σε ταξιδεύουν
(ναι, θα επιμένω πάντα. Είναι το ομορφότερο μέσο μεταφοράς στα όνειρα)


Οι νότες σαν αποκτούν
Μελαγχολία
Βγάζουν τα ρούχα τους
Και κρυώνουν
Και είναι πιο μόνες απ’όλους μας
(ναι, θα επιμένω πάντα. Μπορούν να νιώσουν την μοναξιά περισσότερο κι από τον πιο μοναχικό άνθρωπο, κι από τον μόνο άνθρωπο)


Οι νότες σαν αποκτούν
Θλίψη
Έρχονται σ’εμάς και μας αναζητούν
Και θλίβονται περισσότερο
Γιατί τις αγνοούμε
Και θλίβομαι κι εγώ.



Να. Σήμερα είναι θλιμμένες.
Γι’αυτό μην με ξαναρωτήσεις γιατί είμαι θλιμμένη.
Τώρα ξέρεις.



Κυριακή, 19 Ιουνίου 2011

δεν είμαι άλλος*





-Και για τον κόσμο που μισείς δεν είμαι άλλος
Και για τον κόσμο που αγαπάς δεν είμαι αυτός
Άλλοι νομίζανε πως ήμουνα μεγάλος κι από σπουργίτι θα γινόμουνα αετός-


Όλοι τόσο δίπλα μου
Αλλά
Ποτέ
Ποτέ
Δεν προσπάθησαν να καταλάβουν αυτό που είμαι
Το χρειάζομαι. Αυτό. Αυτό που σου ξαναείπα χθες. Να δεχτείς τον εαυτό μου όπως τον έχω χτίσει.



Με νομίζατε δυνατή, ατρόμητη, σκληρή. Μου το υπενθυμίζατε συνέχεια, πόσα μπορώ να ειμαι.

Πού να ξέρατε πως όλο αυτό θα με σκότωνε;     



Κυριακή, 12 Ιουνίου 2011

Δεν με συγχωρώ.


Γιατί δεν αγόρασα εκείνο το όπλο και δεν έδωσα τέλος στη ζωή μου; Δεν είχα τα κότσια, πιθανότατα. Ακόμη και η θλιβερή πράξη της αυτοκτονίας απαιτεί ένα ίχνος κουράγιου, κι εγώ είχα πέσει τόσο χαμηλά, ήμουν νοητικά σε τόσο κακή κατάσταση, ώστε δε είχα τη δύναμη ούτε καν να βάλω τέλος στη δυστυχία μου.




Πόσοι από εμάς
δεν θεωρούμε
πολλές φορές
ένα βιβλίο
την αρχή μιας
άλλης, φρέσκιας
ζωής;




Παρασκευή, 3 Ιουνίου 2011

Για όλες τις φωτιές που ξέχασες


our dust
Χθες βγήκα για έναν περίπατο. Δεν ήξερα που πήγαινα, μόνο που πέρασα από όλα εκείνα τα σημεία που είχαμε αφήσει το σημάδι μας, εμείς, μαζί. Μ’ ένα χάιδεμα του ματιού τα μάζεψα όλα, μέσα μου.
Με βάρυναν κι ακόμα με βαραίνουν. Τα παράτησες όλα τόσο απλά και ήρεμα. Αναπάντεχα σχεδόν, σαν την σκοτωμένη αράχνη στον τοίχο που ξέχασες να καθαρίσεις.
Την μάζεψα. Υπόσχομαι να της ξαναδώσω ζωή. Μια ελεύθερη, ταξιδιάρικη ανάσα χρειάζεται μόνο. Αρκεί να είσαι εκεί να σε αγγίξει.



-θα ‘μαι πάντα εδώ να φυλάω αυτά που πέταξες-